Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Έρωτας και ποίηση



Πολλές τέχνες έχουν ασχοληθεί με τον έρωτα και την μαγεία του άλλα μόνο μία κατάφερε να την αποδώσει πλήρως, η ποίηση. Όπως και ο έρωτας έτσι και η ποίηση έχουν σκοπό να μιλήσουν στη ψυχή των ανθρώπων και είναι αδύνατο να κατανοηθούν από την ανθρώπινη λογική.


   Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να σας μεταφέρει μια μικρή ποσότητα από τη μαγεία του έρωτα που έγινε ποίηση. Ας ταξιδέψουμε μέσα στον κόσμο της ποίησης για να συναντηθούμε με  τα έργα κάποιων από τους μεγαλύτερους ποιητές, λοιπόν προσδεθείτε στις θέσεις σας γιατί το ταξίδι μας ξεκινάει .
   Πρώτη στάση είναι ο κόσμος του Κωνσταντίνου Καβάφη ενός ανθρώπου που εξύψωσε τον ποιητικό έρωτα, αλλά καλύτερα ας αφήσω τα ποιήματα του να σας ξεναγήσουν.

                                      ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ   
                               Επέστρεφε συχνά και παίρνε με ,
                              αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με –
                              όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη ,
                              κ’ επιθυμία παληά ξαναπαιρνά στο αίμα
                              όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
                              κ’  αισθάνονται τα χέρια  σαν ν’  αγγίζουν πάλι.
                             
                              Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
                              όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται ……..
                             
 
                                          ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ
                
                                Προσπάθησε να τα φυλάξεις , ποιητή,
                                όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται .
                                Του ερωτισμού σου τα οράματα ΄
                                Βαλ’ τα , μισοκρυμένα , μες τες φράσεις σου.
                                Προσπάθησε να τα κρατήσεις , ποιητή ,
                                όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
                                την νύχτα ή μες την λάμψι του μεσημεριού.
Έτσι είναι ο κόσμος του Καβάφη ένα πάντρεμα του σώματος και της ψυχής. Μια προσπάθεια εξευγένισης  του σαρκικού πόθου μέσω της γλαφυρότητας της ψυχής .
Ένας αιώνιος θρήνος για έναν έρωτα που έχει εγκαταλείψει τον ποιητή αναγκάζοντας τον να αναπολήσει της περασμένες του αγάπες για να καλύψει το κενό. 
   Επόμενη στάση ο κόσμος του Δημοτικού τραγουδιού ένας κόσμος απλός που μπορεί να κατανοηθεί ακόμα και από τον πιο απλό άνθρωπο. Ορίστε τι έχει να μας πει για την αγάπη .
                        Πίνω νερό, πάλε διψώ , τρώγω ,και δε μ’ ευφραίνει.
                        Και τα’ όνομα σου σαν το πω , εκείνο με χορταίνει .
               
                         Άγγελοι , καρτερείτε με κι’ άγιοι μου , μένετε με ,
                         Να πα να δω την αγαπώ κι’ ύστερα πάρετε με .
 
                         Πολλήν αγάπην μόδωκες , πουλί μου κι’ αγαπώ σε
                         Πολλή μέρα να σε θωρώ και πάλι αναζητώ σε.
 
                         Κι’ αν βουληθήτε , μάτια μου , να την απαρνηθήτε ,
                         Να δωσ’ ο Θεός κι’ η Παναγιά ομπρός μου να χυθήτε .
    Έτσι είναι το δημοτικό τραγούδι απλό και συνάμα τόσο περιεχτικό, καταφέρνει να αποδώσει το συναίσθημα της αγάπης με μόνο μέσο την ψυχή αφήνοντας το σώμα σε ένα υποδεέστερο ρόλο.
   Όμως η αγάπη εκτός από ένα πανέμορφο συναίσθημα έχει και συνέπιες. Δύσκολα μια πληγωμένη  από αγάπη καρδιά μπορεί να αναρρώσει και να ξεπεράσει τον πόνο της απογοήτευσης από ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο επόμενος κόσμος ,λοιπόν, είναι ένας κόσμος πληγωμένων καρδιών. Ξεναγός μας ο Αχ. Παράσχος .
 
                                    ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
 
Ω, να το άντρον των Νυμφών και να το μονοπάτι ,
όπου εκείνη μια φορά μαζί μου επαριπάτει .
Να το τρεχάμενο νερό που την εσταματούσε,
το δέντρο που την πρόσμενα και τόσο αγαπούσε .
Να κι’ η μεγάλη πασχαλιά και να το ρημοκλήσι
Που ήρχονταν την Παναγιά μ’ εμέ να προσκυνήση.
Όλα τα ίδια ! Φύλλα δυο δεν είναι αλλαγμένα
Και μόνον άλλαξ’ ο καιρός εκείνη και εμένα !....
Εδώ μου είπε << σ’ αγαπώ >> το άπιστον της στόμα
πέφτω , με δάκρυα φιλώ το άγιο τούτο χώμα .
Εκεί που λένε σ’ αγαπώ , ειν’ η μέρα αγία ,
ερημοκλήσι της καρδιάς π’ ηκούσθη λειτουργία .
Θαρρώ πως πάλι αγαπώ σαν έρχομαι εδώ πέρα
όμως εκείνη αν διαβή εδώ καμμιάν ημέρα,
θα κοκκινίση , θα ντραπή …..- Αυτή να κοκκινίση ;
Πόσες φορές θα πέρασε χωρίς να το νοήση !
    Έτσι αισθάνεται μια πληγωμένη καρδιά που, ρισκάροντας, έδωσε αγάπη χωρίς να πάρει αγάπη σε επιστροφή. Γιατί μην ξεχνάμε ότι η αγάπη είναι ένα ρίσκο , δίνεις την καρδιά σου σε κάποιον δίχως να ξέρεις τι θα σου δώσει ο άλλος σε επιστροφή .
     Επόμενος κόσμος είναι ο κόσμος του Άλεξ. Παπαδιαμάντη γεμάτος εικόνες μαγικές και ονειρικές. Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν πως ο ποιητής περνάει μια νύχτα χωρίς μιαν αγάπη δίπλα του .
 
                                              ΝΥΧΤΑ ΒΑΣΑΝΟΥ
 
                                  Πότε, μάτια μου καημένα,
                                  θα κλειστεήτε στη σιγή,
                                  να χαρίσετε σ’ εμένα     
                                  ύπνο, ανάπαψη  πικρή;
                                  Αφουγκράσου ! πως τα’ αηδόνι
                                  λούφαξε στην ερημιά .             
                                  Άκουσ’ άκουσε τον γκιόνη ,
                                  Παύει να μοιρολογά …….
                                  Και τα αστέρια, μαραμένα
                                  λουλουδάκια του Θεού,
                                  σουόνται , πέφτουν ολοένα
                                  απ’ τον κάμπο του ουρανού .
                                  Και το πυροφάνι εχάθη ,
                                  κάπου στην έρμη ακρογιαλιά
                                  φέγγει του γιαλού τα βάθη
                                   κι’ αντιλάμπει στη στεριά.
                                   Κι’ η Λαλιώ που τα’ αγναντεύει
                                    με λαχτάρα η λυγερή ,
                                   σφάλισε το τζάμι φεύγει
                                   Αχ! Τι όνειρο θα ιδεί ……
                                   Μοναχός εγώ αγρυπνάω ,
                                   νυχτερεύω μοναχός
                                   λεημοσύνη σας ζητάω
                                   νύχτα, δόλι’ αγάπη, φως !
                                  Ναι , μα το ιερό σκοτάδι ,
                                  ναι , μα τα’ άστρο της αυγής ,
                                   ούτε ύπνος , για σημάδι ,
                                   στη γαλήνη αυτή της γης !
                                   Γίνε , νύχτα συντροφιά μου ,
                                   στη βαθειά , άπειρη σιγή
                                  έλα μες στην αγκαλιά μου ,
                                  δος μου ανάπαψη πικρή .
Ο Παπαδιαμάντης καταφέρνει να μας περάσει τον πόνο του μέσα από εικόνες με έναν ιδιαίτερα απαλό τρόπο. Το ποίημα αυτό μας περνάει το πρόβλημα του ποιητή μέσο ευχάριστων εικόνων και ενός απαλού ρυθμού χωρίς να μας βάζει σε μια κατάσταση συμπόνιας προς αυτόν.
  Επόμενη στάση ο κόσμος του Διον. Σολομού ένας κόσμος γεμάτος συναισθήματα και ιδεώδη. Ιδού ένα μικρό κομμάτι του κόσμου αυτού.
 
                                           ΤΟ ΌΝΕΙΡΟ
 
                       Άκου εν’ όνειρο ψυχή μου ,
                       και της ομορφιάς θεά
                       μου εφαινότουν όπως ήμουν
                        μετ’ εσέ μια νυχτιά .
 
                        Σ’ ένα ωραίο περιβολάκι
                        περπατούσαμε μαζί
                        όλα ελάμπανε τα’ αστέρια
                        και τα κύτταζες εσύ .
 
                        Εγώ στόλεα : πέστε , αστέρια ,
                          είν’ κανέν’ από τα’ εσάς
                         που να λάμπει από  ‘κει απάνου
                         σαν τα μάτια της κηράς ;
 
                         Πέστε αν είδατε ποτέ σας
                          σ’ άλλη τέτοια ωραία  μαλλιά ,
                         τέτοιο χέρι , τέτοιο πόδι ,
                          τέτοια αγγελική θωριά ;
 
                         Τέτοιο σώμα ωραίον οπ’ όποιος
                          το κυττάζει ευθής ρώτα :
                          Αν είν’ άγγελος εκείνος ,
                          πως δεν έχει τα φτερα;….
   Όλο το ποίημα είναι γεμάτο  λυρηκότιτα και συναίσθημα. Βασικά είναι ένας ύμνος προς την ομορφιά μιας κοπέλας. Είναι τόσο αισθητή η παρουσία του υμνητικού στοιχείου που κάνει το ποίημα να φτάνει σε επίπεδα δοξολογίας. Ο ποιητής δίνει περισσότερη βαρύτητα στη μουσικότητα της περιγραφής παρά στο συναίσθημα με αποτέλεσμα να υποσκιάζει το συναίσθημα.
    Επόμενη στάση ένας κόσμος μοναδικός, που δεν τον κατανοείς με την πρώτη με  ματιά αλλά  χρειάζεται μια ιδιαίτερη ανάγνωση, χρειάζεται να ανοίξεις προσωρινά τα μάτια της φαντασίας και να αφήσετε τον εαυτό σας να ταξιδεύσει στη μαγεία αυτού του κόσμου. Να ένα δείγμα του :
                                            ΑΡΝΗΣΗ
 
                                 Στο περιγιάλι το κρυφό
                                 κι άσπρο σαν περιστέρι
                                 διψάσαμε το μεσημέρι ,
                                μα το νερό γλυφό .
              
                                Πάνω στην άμμο την ξανθή
                                 γράψαμε τ’ όνομα της
                                 ωραία που φύσιξεν ο μπάτης
                                 και σβήστηκε η γραφή.
     
                                Με τι καρδιά, με τι πνοή ,
                                τι πόθους και τι πάθος
                                 πήραμε τη ζωή μας λάθος !
                                 κι αλλάξαμε ζωή.
                                
            
                       
    Τα λόγια περιττά τα συμπεράσματα δικά σας. Είναι , βλέπετε , από τα ποιήματα που δεν παίρνουν μόνο μία εξήγηση αλλά παίρνουν όλες τις εξηγήσεις που μπορείς να τους δώσεις.
     Κάπου εδώ τελειώνει το ταξίδι μας μη νομίζετε όμως ότι τα είδατε όλα διότι η ποίηση είναι όπως η θάλασσα απλώς ατελείωτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου